Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

ΟΤΑΝ ΣΚΟΝΤΑΨΕΙΣ

Όταν σκοντάψεις πάνω σε ένα εμπόδιο, μην στέκεσαι εκεί και λες:
γιατί βρέθηκες μπροστά μου?
πως είναι δυνατόν? γιατί σε μένα?
τί να κάνω? γιατι αυτό, γιατί το άλλο?
γιατί, γιατί, γιατί?

Κάνε κάτι διαφορετικο......

-ΣΗΚΩ / ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

-ΤΙΝΑΞΕ ΤΗΝ ΣΚΟΝΗ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΣΟΥ

-ΠΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ

-ΑΝΑΘΕΣΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

-ΑΝΑΠΑΥΣΟΥ

-ΜΗ ΓΥΡΙΖΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ

-ΠΡΟΧΩΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΕ ΕΙΡΗΝΗ

-ΣΥΓΧΩΡΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

Ο ΘΕΟΣ ---Σ Ι Γ Ο Υ Ρ Α--- ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΛΥΣΗ!!! ΘΑ ΣΕ ΑΝΑΛΑΒΕΙ !!!



 !!!! Ο ΘΕΟΣ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤHΝ ZΩΗ ΣΟΥ ΠΟY ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ !!!!

*****............ ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ ! .............*****


ΠΗΓΗ:http://mazimetonihsou.blogspot.gr/2013/09/blog-post.html#comment-form

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

ΠΡΙΝ ΒΙΑΣΤΕΙΣ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ.....

Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές. 

Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές. 


Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.

Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του.
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.

Ο γέροντας Παΐσιος τούς διηγήθηκε:
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια.
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.

Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός.
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.

Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.

Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια.
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»

Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του.

Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ.

Κάποτε χριστιανοί μου κάποιος μοναχός, έφυγε από το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. 

Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του ονόματος του Ιησού Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο της Τριαδικότητος του Αγίου Θεού.

Έτσι πίστευε ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας να ενωθεί με τον Θεόν χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου;

Τι ήταν; Ένα μικρό ποντίκι.
Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του.

Το είδε και είπε μέσα του, τι είπε μέσα του τώρα: «Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεόν και να έρχεται τώρα να μου την χάλασε ένας ποντικός. Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα:
-«Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;»
-«Γιατί πεινάω, απάντησε το ποντίκι».

Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή,
-«Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πως θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου;» και φραπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.
Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα:

- «Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, αν δεν μπορέσεις με τους γύρω συνασκητάς σου και με τον γέρο Αββακούμ, που ψήνεται στον πυρετό, και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, που πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς, στα προβλήματά του, τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεόν της αγάπης και του ελέους. »

Και μετά ο ποντικός  χάθηκε.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!


Σε κοίταξα όταν ξύπνησες το πρωί.


Περίμενα να μου πεις δύο-τρεις λέξεις, ευχαριστώντας με για όσα σου συνέβαιναν, ζητώντας την γνώμη μου για ότι πρόκειται να κάνεις σήμερα.
Παρατήρησα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να βρεις τα κατάλληλα ρούχα για να πας στη δουλειά σου.
Ήλπιζα να βρεις κάποιες στιγμές να μου πεις μια καλημέρα!

Αλλά ήσουν πολύ απασχολημένος.
Για να δεις ότι είμαι κοντά σου, έφτιαξα για σένα τον πολύχρωμο ουρανό και το κελάηδημα των πουλιών.
Κρίμα όμως που δεν παρατήρησες ούτε τότε την Παρουσία μου.
Σε ατένιζα όταν έφευγες βιαστικός προς τη δουλειά σου και πάλι περίμενα.

Υποθέτω ότι εξαιτίας της απασχόλησης σου, δεν είχες χρόνο ούτε τότε να μου πεις δύο λόγια.
Όταν γυρνούσες από τη δουλειά είδα τη κούραση και το στρες σου και σου έστειλα ένα ψιλόβροχο για να σε απαλλάξει από την πίεση της ημέρας.
Νόμιζα ότι κάνοντας σου αυτή τη χάρη θα με θυμηθείς.
Ως αντάλλαγμα όμως στενοχωρημένος, με έβρισες .
Επιθυμούσα τόσο πολύ να μου μιλήσεις.
Οπωσδήποτε η ημέρα ήταν ακόμα μεγάλη. Άνοιξες μετά την τηλεόραση, και όταν παρακολουθούσες την αγαπημένη σου εκπομπή, εγώ περίμενα.
Έπειτα δείπνησες με τους δικούς σου και για άλλη μια φορά δεν με θυμήθηκες. 

Βλέποντας σε τόσο κουρασμένο κατάλαβα τη σιωπή σου και έσβησα τη λαμπρότητα του ουρανού για να μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά δεν σε άφησα σε σκοτάδι πίσσα.
Άφησα ξάγρυπνα για σένα πλήθος από αστέρια.
Ήταν τόσο όμορφα, κρίμα που δεν παρατήρησες...αλλά δεν πειράζει!
Μήπως πράγματι συνειδητοποίησες ότι Εγώ είμαι εδώ για σένα.
Έχω περισσότερη υπομονή από ότι εσύ μπορείς ποτέ να φανταστείς.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ!

- Γνωρίζω πως ο Θεός είναι άνευ όρων αγάπη. 
Δεν με τιμωρεί για κάποια αμαρτία μου. 
Ο Θεός θέλει να αισθάνομαι πάντοτε χαρά και ευτυχία. 
Με την ανθρώπινη λογική δεν μπορώ να καταλάβω γιατι ο Θεός επιτρέπει τη δυσκολία που περνάω. 
Δεν προσπαθώ με το ζόρι να καταλάβω το μυστήριο της οδύνης στη ζωή μου. 
Απλά συμφιλιώνομαι με οτιδήποτε συμβαίνει και αναθέτω την ελπίδα μου στο Θεό. 
Μέσα από την οδύνη ωριμάζω ως χριστιανός και ως άνθρωπος.
 Οι δοκιμασίες που περνάω σύντομαι θα περάσουν. 
Στο τέλος θα νικήσει σίγουρα η Αγάπη του Θεού.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;

Ὁ Χριστιανός εἶναι ἕνας μικρός Χριστός ἐπάνω στήν γῆ.

Ναί!


Ὁ Χριστιανός πρέπει νά εἶναι μιά σμικρογραφία τοῦ Χριστοῦ.

Ὅπως, ὅταν ἀποσπάσουμε μιά σταγόνα νεροῦ ἀπό τήν θάλασσα, ἔχουμε στά χέρια μας μία σμικρογραφία τῆς θαλάσσης, ἔτσι καί ὅταν ἀποσπάσουμε ἕναν Χριστιανό ἀπό τό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε μία σμικρογραφία Χριστοῦ.

Γιά νά εἶναι κάθε Χριστιανός ἕνας μικρός Χριστός, ὀφείλει νά ἀποκτήση νοῦ Χριστοῦ, μάτια Χριστοῦ, γλῶσσα Χριστοῦ, χέρια Χριστοῦ, καρδιά Χριστοῦ.


Νοῦ Χριστοῦ, πού νά εἶναι πάντα φωτεινός, πού νά μήν φιλοξενῆ σκέψι κακή, νά μήν σκέπτεται καί νά μήν σχεδιάζη τό κακό.


Μάτια Χριστοῦ, πού νά μήν βλέπουν τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, ἀλλά τήν αἰωνιότητα τοῦ οὐρανοῦ.
Μάτια καθαρά, βλέμμα ἁγνό, γεμᾶτο συμπόνια καί καλωσύνη. 

Γλῶσσα Χριστοῦ, πού νά ὑπηρετῆ τήν ἀλήθεια, νά ὑπερασπίζεται τήν δικαιοσύνη καί νά εἶναι ἄγρυπνος φρουρός τῶν δικαιωμάτων τοῦ Θεοῦ.


Χέρια Χριστοῦ, πού νά μήν διαπράττουν κλοπή, πού νά μήν παλαμίζουν τό Εὐαγγέλιο, νά μή χειροδικοῦν καί καθίστανται δολοφονικά.


Καρδιά Χριστοῦ, πού νά ἀγαπᾶ χωρίς ὑπολογισμούς. Μιά καρδιά πού νά χωροῦν ἀκόμη καί οἱ πλέον ἄσπονδοι ἐχθροί. Μιά καρδιά, πού νά μή σείεται ἀπ’ τό κακό, πού νά μήν πληγώνεται ἀπό τόν πονηρό· μιά καρδιά γεμάτη ἀπό θεϊκή ἀγάπη.

Αὐτός εἶναι ὁ Χριστιανός.

Ναί, αὐτό θά πῆ Χριστιανός.

Πηγή: Ἀπό τό βιβλίο «Γρηγορεῖτε» τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Ζησοπούλου

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Από το βιβλίο ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ του Κωνσταντίνου Κούρκουλα.




Λουκ. 22:52

Ιω. 18:22

Μέσα στην απέραντη σκηνή του θείου δράματος που αρχίζει από το χείμαρρο των Κέδρων, κορυφώνεται στο λόφο του Γολγοθά και τελειούται στον Κήπο του Τάφου, κινούνται πρόσωπα ποικίλα. Σπουδαία και ασήμαντα. 

Πρωταγωνιστές, που συγκλονίζουν ή κομπάρσοι, που με την απόκρυφη παρουσία τους δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα στη σκηνή. 

'Aτομα ταπεινά, που με έργα και πράξεις μικρές, φέρνουν στο προσκήνιο άλλοτε μεγαλείο και άλλοτε αθλιότητα. 

Φτωχές πυγολαμπίδες, που με το ξεσπίθισμά τους άλλοτε υποδηλώνουν το σκοτάδι και άλλοτε υπενθυμίζουν το φως.

Αξίζει να αναζητήσει κανείς, στις απόμερες γωνιές του θείου δράματος, τα ασήμαντα αυτά πρόσωπα και να επισημάνει τις μικρές κι ασήμαντες πράξεις τους, που ωστόσο υποσημαίνουν πότε ύψος αρετής και πότε βάθος κολάσεως.

«Σύλληψη του Ιησού και το επεισόδιο με το Μάλχο» (Gérard Douffet, 1620)

Μέσα στην πρώτη κιόλας σκηνή του θείου δράματος, σ' εκείνη που εκτυλίσσεται στον Κήπο της Γεθσημανή, ξεπροβάλλει ένα εντελώς ασήμαντο πρόσωπο: ο Μάλχος

Θα 'ταν άραγε, λιγότερο εφιαλτική η σκηνή της προδοσίας, χωρίς την παρουσία του ανθρώπου αυτού; 
Ποιός ξέρει. 

Είναι όμως βέβαιο, ότι θα 'λειπε απ' αυτήν η προσωποποίηση του τυφλού φανατισμού και της βαναυσότητας, που την ενσαρκώνει η ακάθαρτη μορφή αυτού του δούλου και που την υπογραμμίζει η ματωμένη γραμμή, που σύρθηκε από το αυτί του ως το μαχαίρι του Πέτρου

Μικρή, βέβαια, η προσθήκη μέσα στην τόση κακουργία της σκηνής. 
Μια σταγόνα στον ωκεανό. 
Ναι! 
Αλλά είναι εκείνη η σταγόνα που κάνει να ξεχειλίζει το ποτήρι της αηδίας.

Μικρή κι ασήμαντη η συμβολή του μίσθαρνου δούλου στην βαναυσότητα της προδοσίας. 

Ικανή όμως να ολοκληρώσει την φρίκη της σκηνής.

«Το ράπισμα του Ιησού ενώπιον του αρχιερέως» (José Madraso, 1803)

Αν όμως ο Μάλχος είναι ο πρώτος μικρός κι ασήμαντος, που δίνει με την παρουσία του μια μεγάλη και σημαντική καθίζηση στη στάθμη της σκηνής του Κήπου, ένας άλλος ομότεχνός του και ομόψυχός του δίνει, δεύτερος με μια χειρονομία του, την ολοκλήρωση της αθλιότητας μιας άλλης σκηνής.

Της σκηνής της αυλής του Αρχιερέα

Ήταν μηδαμινή η δική του προσθήκη. 

Ένα ράπισμα μέσα σε τόσους εμπτυσμούς και κελαδισμούς και μάστιγας, τι είχε να προσθέσει; 
'Αρκεσε όμως, η ευτέλεια των εσωτερικών κινήτρων του ανθρώπου αυτού για να δώσει στο ράπισμά του δύναμη καταλυτική.

Για να γίνει αρεστός στον Αρχιερέα, υψώνει το χέρι κατά ενός ανυπεράσπιστου Υπόδικου. 

Ένα ευτελές κίνητρο ανθρωπαρεσκείας κινεί το χέρι ενός μηδαμινού ανθρώπου σε μια χειρονομία απύθμενης αθλιότητας
.

«Η άρνηση του αγίου Πέτρου» (Gerrit van Honthorst, 1625)

Αλλά στο ίδιο περιβάλλον, ένα άλλο, επίσης ασήμαντο πρόσωπο, προσθέτει μίαν ακόμη ασχήμια.

 Είναι η παιδίσκη! 

Δεν συνέτρεχε λόγος να προσθέσει τίποτε στην εξουθένωση του Πέτρου
Ήταν πλήρης και οριστική. 

Και χωρίς τις φωνασκίες της και τους κατατρεγμούς της, ο Πέτρος ήταν αδύνατο να ορθοποδήσει. 

Η ψυχή του είχε αποκολληθεί από το Χριστό και καμιά πυρά δεν μπορούσε να την ξαναζεστάνει

Αλλ' η στριγγλή φωνή της παιδίσκης, που αναστάτωσε την Αυλή του Αρχιερέα, ήλθε να δώσει μια σπρωξιά σ' έναν κλυδωνιζόμενο άνθρωπο και να μεταβάλει το τρίκλισμά του σε παταγώδη πτώση. 

Μια μικρή και ασήμαντη συμβολή σε μια μεγάλη καταστροφή.

Δεν είναι, όμως μόνον μικροί άνθρωποι, που με ταπεινές πράξεις έκαναν φρικτότερη την σκηνή του θείου δράματος. 

Είναι και άλλοι, απλοί και αυτοί άνθρωποι, που με εντελώς μικρές πράξεις έδωσαν ένα υψηλό τόνο ανθρωπιάς και εξάρσεως στην όλη εικόνα. 

Μικροί και αφανείς αυτοί, έρριψαν με την λάμψη της αρετής τους από το βάθος της σκηνής ένα καινούργιο φώς στο προσκήνιο.

Ποιοι είναι και πού κινούνται αυτοί;

Τους πιο πολλούς θα τους βρούμε στον ανήφορο του Γολγοθά.

Πάντα σε κάποιον ανήφορο συναντά κανείς τέτοιες ωραίες ψυχές.

Αν οι άλλοι λιμνάζουν σε κάποια αυλή, σε κάποιο κήπο, αυτοί μάχονται για να σταθούν σε κάποιον Ανήφορο. 

Απλοί,περίσεμνοι, δίνουν με την παρουσία τους, οι άνθρωποι αυτοί, κάποια ανάσα στη φρίκη του Γολγοθά. 
Κάποιο φώς στη μουντή σκηνή του.


Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012



Δε ν γνωρίζουμε εάν στο Γολγοθά κατά την Σταύρωση βρισκόταν εκεί και οι γονείς του ληστή.

Εάν όμως είχαν πάει θα ήσαν, όχι μόνο θλημένοι αλλά και κοινωνικά  όπως θα λέγαμε σήμερα, μειωμένοι.

Δεν ήσαν παρά οι γονείς ενός κακούργου.

Είχαν βγάλει και είχαν δώσει στην κοινωνία ένα ληστή!.

Και ήσαν απόβλητοι της κοινωνίας.

Όλα όμως αυτά ίσχυαν προ του <<ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ>>.
Μετά απ’αυτό και χάρις σε ένα <<μνήσθητί μου>> οι γονείς αυτοί έγιναν οι γονείς του πρώτου πολίτη της βασιλείας των ουρανών.

Ας μην θλίβονται λοιπόν οι πονεμένοι γονείς.
Για κανένα παιδί δεν ειπώθηκε ακόμη το <<τετέλεσται>>.

Από το βιβλίο ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΘΟΣ
του Κωνσταντίνου Κούρκουλα.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΠΩΣ ΠΑΕΙ Ο ΖΗΛΟΣ ΣΟΥ;




Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ 
«ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» 
(1-11-1956), 
τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος 
Γέροντας, πατὴρ 
Ἀρσένιος Κομπούγιας, 
τοῦ  ἡσυχαστηρίου 
«Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος»
 στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:


Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». 
Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ.
Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη.
Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος.
Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση.
Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση.
Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη.
 Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως.
Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα.
Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα.
 Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου.
Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση.
 Ὁ ξένος μὲ πλησίασε.
Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά.
Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου.
Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. 
Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

          Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

          -Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

          Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. 
Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά.
 Ὅταν μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπτὴ φωτιά
Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα.
Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. 
Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
·        Φανατισμός: 5 κιλά.
·        Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
·        Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
·        Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
·        Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία.
 Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν.
Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα.
Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα.
Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου.
Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν.
Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

-Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί.
Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου.
Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου.
Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου.
Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους.
Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος.
Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου.
 Ὅταν Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

          Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 159).



O ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΣ

ΤΟ ΜΠΑΝΕΡΑΚΙ ΜΟΥ,

Create your own banner at mybannermaker.com! Copy this code to your website to display this banner!
...ΚΑΙ ΕΔΩ ΤΟ ΕΝΑ ΑΔΕΡΦΑΚΙ ΤΟΥ...
Create your own banner at mybannermaker.com! Make your own banner at MyBannerMaker.com!

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails