Ένα βράδυ κάποιος είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως περπατούσε σε κάποια παραλία με τον ΚΥΡΙΟ. Πέρα στον ουρανό είδε να ξετυλίγονται σκηνές από την ζωή του. Παρατήρησε πως σε κάθε σκηνή υπήρχαν δυο ζευγάρια από ίχνη ποδιών στην άμμο. Το ένα ζευγάρι ήταν δικό του και το άλλο του ΚΥΡΙΟΥ. Όταν ξετυλίχτηκε και η τελευταία σκηνή μπροστά του, κοίταξε πίσω τα ίχνη στην άμμο. Παρατήρησε πως πολλές φορές στο μονοπάτι της ζωής του υπήρχε μόνο ένα ζευγάρι από ίχνη. Επίσης παρατήρησε πως αυτό συνέβαινε στις πιο δύσκολες και κοπιαστικές στιγμές της ζωής του. Η ανακάλυψη αυτή τον ενόχλησε γι' αυτό και ρώτησε τον ΚΥΡΙΟ σχετικά: ''Κύριε, είπες πως μόλις αποφασίσω να σε ακολουθήσω θα συνοδοιπορούσες μαζί μου σ' όλη την διαδρομή. Όμως παρατήρησα πως στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου υπάρχει μόνο ένα ζευγάρι ίχνη. Δεν καταλαβαίνω. Όταν σε χρειαζόμουν περισσότερο, εσύ με εγκατέλειπες!!!''
Ο ΚΥΡΙΟΣ απάντησε: ''Ακριβό και πολυαγαπημένο μου παιδί, σ' αγαπώ και ποτέ δεν θα σε εγκατέλειπα! Στις δύσκολες στιγμές της δοκιμασίας σου, εκεί που βλέπεις μόνο ένα ζευγάρι ίχνη, εκεί είναι όταν...σε σήκωνα στα χέρια μου!''
«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείται…» (Λουκά. στ' 35)
Μέσα στη ζούγκλα της παγκοσμιοποίησης και των οικονομικών θεοτήτων, μέσα στον άκρατο ατομισμό και την ιδιοτέλεια, και πέρα απ’ τις ιδιοτυπίες της φιλοσοφίας του Νίτσε περί του υπερανθρώπου, που τόσο ασπάζεται η «Νέα Εποχή μας»…γίνετε χαλί οι αδύνατοι για να πατήσουν πάνω σας οι δυνατοί… αλλά και σε αντιδιαστολή με τον προτεινόμενο και πολυδιαφημιζόμενο «άνθρωπο κυνηγό» στην προτεινόμενη αξία, «ο θάνατός σου η ζωή μου», μια «άλλη» πρόταση ζωής καταθέτει ή Εκκλησία σήμερα στον κόσμο, καθιστώντας τον κοινωνό στα λόγια του Νυμφίου της. Μια πρόταση επαναστατική, αείποτε νέα και δυνατά ανθρώπινη: «...Εγώ σας λέγω ν' αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε, …χωρίς να ελπίζετε σε κανένα αντάλλαγμα...».
Πρόκειται για την «πρόταση» της χριστιανικής αγάπης, που είναι γλυκύτερη και πιο δυνατή κι απ' τη ζωή, που δεν λογαριάζει τίποτε αφού είναι πιο ισχυρή κι απ' αυτόν τον θάνατο. Πρόκειται για τη μοναδική απάντηση στον κόσμο, που αυτοφυλακισμένος στη βία και στη λατρεία του μίσους, γεύεται την απόγνωση, και τον όλεθρο.
Η γη μας, αδελφοί μου, έχει καταντήσει ένα στοιχειωμένο δάσος από σταυρούς και μνήματα. Ένα δάσος που αντί να μοσχομυρίζει φρεσκάδα, όζει θανατίλα. Γίνηκε ένας τόπος εξορίας. Γιατί κι αν μας χαρίστηκε η ζωή όμορφη και γλυκιά, εμείς καταντήσαμε, σαν τ’ άγρια θηρία, αφού ανάμεσα μας ανοίξαμε πόλεμο ανελέητο, αφού ο καθένας μας,«σαν πεινασμένο κοράκι, τροφή βλέπει στου αδελφού το πτώμα κι ας σμίγει το αίμα μας στο ίδιο αυλάκι κι ας βρέχει ό ίδρωτας μας το ίδιο χώμα»,κατά τον ποιητή.
Σ' αυτόν τον κόσμο, που ο Άβελ και ο Κάιν ξαναζούν για να ξανασκοτωθούν, δίχως έλεος κανένα, σ' αυτόν τον κόσμο ο Χριστός κραυγάζει: Άνθρωπε αγάπα...
Το να αγαπήσω και αυτόν τον διπλανο μου «ως εαυτόν», αγαπητοί Χριστιανοί, σημαίνει, ότι νοιώθω τον άλλον και τον αισθάνομαι σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου, σαν εμένα τον ίδιο. Άρα αγάπη δεν σημαίνει να δώσω στον άλλο μια ελεημοσύνη, για να τον ξεφορτωθώ ή για να καθησυχάσω κάπως την συνείδησή μου. Σημαίνει ότι πονώ για τον άλλο, και δεν μπορώ να φάγω ευχάριστα, όταν ξέρω ότι ο άλλος πεινά. Ότι δεν μπορώ να απολαύσω τη θαλπωρή του σπιτιού μου, όταν γνωρίζω ότι ο άλλος είναι άστεγος. Ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ ήσυχα, όταν ο άλλος ουρλιάζει στον πόνο.
Αγάπη σημαίνει ανησυχία, φροντίδα, μέριμνα. Γι' αυτό και δεν μπορεί να αναπτυχθεί στις καρδιές ανθρώπων, που είναι… φιλοτομαριστές.
Αγάπη σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μου. Σημαίνει στοργή για τον άλλον. Ο διπλανός μας μπορεί πολλές φορές να μην έχει ανάγκη της υλικής βοηθείας μας. Θέλει όμως την αγάπη μας. Θέλει το ενδιαφέρον μας. Θέλει να πεισθεί, ότι τον έχουμε στη καρδιά μας.
Από έλλειψη στοργής πάσχει ο σύγχρονος άνθρωπος, αδελφοί μου. Έργα ελεημοσύνης γίνονται πολλά. Ιδρύματα φιλανθρωπικά υπάρχουν άφθονα. Η κοινωνική πρόνοια, ας πούμε, ότι είναι ανεπτυγμένη. Η στοργή όμως λείπει τις πιο πολλές φορές. Και αυτήν ζήτα επίμονα η κουρασμένη εποχή μας. Ο πονεμένος, η χήρα, το ορφανό, ο απόκληρος της ζωής θέλουν τη στοργή μας.
Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΚΟΠΟ
Δεν είναι όμως εύκολο πράγμα η χριστιανική αγάπη. Θέλει κόπο και θυσία. Θέλει αγωνία για τον άλλο, φροντίδα, ενδιαφέρον, ανησυχία. Θα τρέξεις, θα χάσεις ώρες από την ανάπαυση σου, θα θυσιάσεις το χουζούρι σου, εάν θέλεις να είσαι άνθρωπος αγάπης. Θα κάνεις πολλές φορές όχι εκείνο που σου αρέσει και σε ευχαριστεί, αλλ' αυτό που ωφελεί τους άλλους.
Το να σταθείς δίπλα σε κάποιον, που έχει ανάγκη της συντροφιάς σου, θέλει κόπο και θυσία. Το να καταβάλεις προσπάθεια να φέρεις στο δρόμο του Θεού κάποιον παραστρατημένο, θέλει πολύ κόπο και αρκετό πνεύμα θυσίας. Το να ανεχθείς ένα δύστροπο, ένα κακότροπο, και να φανείς άνθρωπος αγάπης, θέλει αρκετό κόπο και πολλή θυσία. Το να τρέξεις να εξυπηρέτησης κάποιον, να ανεβοκατεβείς μαζί του σκάλες, να παρακαλέσεις και να υποχρεωθείς, θέλει ικανό κόπο και θυσία. Το να προσφέρεις απλόχερα από τα δικά σου, θέλει ιδιαίτερη θυσία.
Κάθε προσφορά απαιτεί κόπο και θυσία. Και η αγάπη είναι μια συνεχής προσφορά, και πράξη θυσίας. «Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην είμεθα χρήσιμοι σε κανέναν», λέγει ο Ραούλ Φολλερώ.
«Λίγους μήνες πριν γεννηθώ, ο πατέρας μου γνώρισε έναν ξένο, που ήταν καινούριος στην περιοχή μας.
Ο πατέρας μου εντυπωσιάστηκε από την πρώτη στιγμή μαζί του και σύντομα τον προσκάλεσε να έρθει να μείνει μαζί μας.
Ο ξένος έγινε γρήγορα αποδεκτός από την οικογένειά μου και μάλιστα ήταν εκεί για να με υποδεχτεί την ημέρα που ήρθα στον κόσμο.
Καθώς μεγάλωνα, ποτέ δεν αμφισβήτησα τη θέση του ανάμεσά μας.
Η μητέρα μου μου δίδαξε να αγαπώ τον Λόγο του Θεού και ο πατέρας μου να τον υπακούω, αλλά ο ξένος ήταν αυτός που μας διηγιόταν ιστορίες. Έπλεκε τις πιο συναρπαστικές διηγήσεις. Περιπέτειες, μυστήρια και κωμωδίες ήταν θέματα της καθημερινής μας κουβέντας.
Μπορούσε να κρατάει γύρω του όλη την οικογένεια μαγεμένη για ώρες ολόκληρες κάθε απόγευμα.
Ήταν σαν φίλος για όλους μας.
Πήγε τον πατέρα μου, τον αδερφό μου κι εμένα στον πρώτο μας μεγάλο ποδοσφαιρικό αγώνα. Πάντα μας ενθάρρυνε να βλέπουμε ταινίες και μάλιστα τα κανόνισε έτσι ώστε να γνωρίσουμε κάποια από τα μεγάλα κινηματογραφικά αστέρια.
Ο ξένος μιλούσε ακατάπαυστα. Τον πατέρα δε φαινόταν να τον νοιάζει ιδιαίτερα, η μητέρα μου όμως κάποιες φορές σηκωνόταν ήσυχα και έφευγε, ενώ όλοι εμείς ήμασταν απορροφημένοι σε κάποια ιστορία του για τόπους μακρινούς.
Πήγαινε στο δωμάτιό της, διάβαζε την Αγία Γραφή της και προσευχόταν. Τώρα αναρωτιέμαι μήπως προσευχόταν για να φύγει ο ξένος αυτός από το σπίτι μας…
Βλέπετε, ο πατέρας μου είχε θέσει στο σπίτι κάποιες ηθικές αρχές, αλλά ο ξένος ποτέ δεν ένιωσε την υποχρέωση να τις σεβαστεί. Για παράδειγμα, η βλασφημία δεν επιτρεπόταν στο σπίτι μας, ούτε από εμάς, ούτε από τους φίλους μας, ούτε από τους μεγάλους.
Ο μακροχρόνιος επισκέπτης μας, ωστόσο, χρησιμοποιούσε μερικές φορές κάποιες λέξεις που έκαναν τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν και τον πατέρα μου να στριφογυρίζει στην καρέκλα του.
Απ’ όσο ξέρω, τον ξένο κανείς ποτέ δεν τον μάλωσε.
Ο πατέρας ήταν εναντίον του ποτού και δεν επέτρεπε καθόλου οινόπνευμα στο σπίτι, ούτε καν για τη μαγειρική, αλλά ο ξένος προφανώς πίστευε ότι χρειαζόμασταν να εκτεθούμε και σε άλλα πράγματα και έτσι αποφάσισε να μας μάθει τη ζωή.
Μας πρόσφερε μπίρα και άλλα αλκοολούχα ποτά συχνά, και έκανε το κάπνισμα του τσιγάρου να μοιάζει αντρικό πράγμα και το κάπνισμα της πίπας κάτι το ξεχωριστό. Μιλούσε ελεύθερα (κάπως υπερβολικά ελεύθερα) για το σεξ.
Τα σχόλιά του ήταν κάποτε χυδαία, κάποτε μας έδιναν καινούριες ιδέες, αλλά γενικά μας έφερναν σε αμηχανία. Ξέρω τώρα ότι οι αρχικές μου απόψεις πάνω στα θέματα των σχέσεων των δύο φύλων ήταν επηρεασμένες από τον ξένο αυτόν.
Καθώς κοιτάζω προς τα πίσω, πιστεύω ότι ήταν μόνο η χάρη και το έλεος του Θεού που ο ξένος δε μας επηρέασε ακόμα πιο πολύ. Κατά καιρούς αντιτασσόταν στις αξίες που είχαν θέσει οι γονείς μου, αλλά κανείς δεν τον επέπληττε παρά σπάνια και ποτέ δεν άκουσα να του ζητήσουν να φύγει.
Πάνω από τριάντα χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την ημέρα που ο ξένος πρώτη φορά μπήκε στο σπίτι μας. Ακόμη και τώρα, όταν μπαίνω στο σπίτι των γονιών μου, τον βρίσκω πάντα εκεί, καθισμένο στη γωνιά του, να περιμένει κάποιον να ακούσει τις ιστορίες του ή για να του δείξει τις εικόνες του.
Μα τόση ώρα δε σας είπα το όνομα του ξένου.
Εμείς απλώς τον αποκαλούσαμε τηλεόραση».
Λίγα, πολύ απλά σχόλια στην πιο πάνω γλαφυρή διήγηση. Η τηλεόραση έχει μπει στη ζωή μας, δε μας κάνει εντύπωση πια, όμως τα θύματά της συνεχώς αυξάνουν και μέσα στα ίδια μας τα σπίτια, στις εκκλησίες μας.
Η τηλεόραση διευκολύνει την εισβολή της αμαρτίας στη ζωή μας, αμβλύνει τα αισθητήριά μας, μειώνει την ευαισθησία μας στο αρρωστημένο, στο αμαρτωλό, στο σαρκικό, στο κοσμικό.
Η τηλεόραση μάς επιβάλλεται με την έντονη επίδραση επάνω μας της εικόνας και ταυτόχρονα μας επιβάλλει εγωιστικά και με αυθάδεια τις απόψεις, τις θέσεις, τα πιστεύω όσων κρύβονται πίσω της και τη χρησιμοποιούν.
Η θέση μας παραμένει αμετακίνητη εδώ και 10ετίες. Η τηλεόραση δεν έχει θέση στο χριστιανικό σπίτι, στη χριστιανική οικογένεια.
Ό,τι καταλαμβάνει στην καρδιά μας, στη σκέψη μας η τηλεόραση, το χάνει ο Κύριος.
Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι ότι δεν γνωρίζουμε το μέγεθος της ζημιάς που μπορεί να κάνει στη ζωή μας, στη λογική μας, στα συναισθήματά μας, στις σχέσεις μας, στην καρδιά μας η δύναμη της εικόνας που εμφυτεύεται μέσα μας και μπορεί να μας δηλητηριάζει επί χρόνια ή μετά από πολλά χρόνια χωρίς εμείς να το γνωρίζουμε ή να μπορούμε να το ελέγξουμε.
Όμως η ζημιά γίνεται και θα γίνεται και οι συνέπειες είναι βαριές και απρόβλεπτες για εμάς και το περιβάλλον μας. Το πρόβλημα άλλωστε δεν είναι η τηλεόραση, αλλά ο αμαρτωλός νους που κρύβεται πίσω απ’ αυτήν και που εργάζεται την ανομία και την υπηρετεί συστηματικά κι εμείς ενδίδουμε στα επικίνδυνα παιχνίδια της αμαρτίας.
Και κάτι ακόμα πιο συγκλονιστικό.
Η διήγηση για τον ξένο που διαβάσατε πιο πάνω είναι πέρα για πέρα αληθινή, γράφτηκε από Αμερικανό στην Αμερική. Εκεί που ίσως νομίζουμε πως όλα επιτρέπονται και όλα χωνεύονται. Πιστεύουμε ότι η τηλεόραση εκεί έχει αφομοιωθεί πλήρως απ’ όλους και δεν προβληματίζει κανέναν. Και όμως! Να επαναλάβω την πολύ σημαντική ομολογία, «καθώς κοιτάζω πίσω πιστεύω ότι ήταν μόνον η χάρη και το έλεος του Θεού που ο ξένος δε μας επηρέασε ακόμα πιο πολύ».
Κι εγώ να συμπληρώσω, είναι η χάρη και το έλεος του Θεού που ακόμα υπάρχουν τέτοιες φωνές, τέτοιες θέσεις, τέτοιες καρδιές, τέτοιες ζωές χωρίς συμβιβασμό, χωρίς συνθηκολόγηση, με άκρατη και απόλυτη απόρριψη του κόσμου της ανομίας, της αμαρτίας.
Είναι η χάρη και το έλεος του Κυρίου και μεγάλη ευλογία που μεγαλώσαμε τα παιδιά μας χωρίς τηλεόραση.
Τούτο λοιπόν λέγω και μαρτύρομαι διά του Κυρίου, να μη περιττατήτε πλέον, καθώς και τα λοιπά έθνη περιπατούσιν, εν τη ματαιότητι του νοός αυτών...
Εφεσίους δ’ 17
Ήταν μια εποχή, που το σχολείο δεν ήταν υποχρεωτικό.
Μια οικογένεια αποφάσισε πως καλό ήταν ο κανακάρης τους να πάει.
Μα αυτός, ούτε να ακούσει δεν ήθελε. Κουτός ήταν, όλοι οι συνομήλικοί του να παίζουν κι αυτός να πρέπει να μαντρώνεται στο σχολείο;
Μια μέρα πέρασε από το χωριό ένας δήθεν γραμματιζούμενος.
Του διηγήθηκαν οι άνθρωποι το πρόβλημά τους.
Τότε αυτός έκανε τον ειδήμονα. «Για φέρτε τον μου εδώ! Λοιπόν, νεαρέ, πόσο κάνουν δύο και δύο;»
«Τέσσερα», λέει ο μικρός πρόθυμα.
«Τρεις φορές το δύο;»
«Έξι», απάντησε ξανά, μιας και του ‘κοβε το μυαλό και ήξερε εμπειρικά λίγη αριθμητική.
«Ε, μα το παιδί έχει δίκιο να μη θέλει το σχολείο. Αφού ξέρει γράμματα!» αποφάνθηκε ο «μορφωμένος».
Έτσι τους έπεισε να πάψουν να το πιέζουν.
Το παιδί έμεινε αγράμματο και σαν μεγάλωσε αναθεμάτιζε αυτόν τον άσχετο, που έγινε αφορμή να μείνει χωρίς σχολείο.
Είναι βέβαιο πως σ’ αυτή τη Γη μπορείς να βρεις τουλάχιστον έναν που να τον πείσεις πως έχεις δίκιο και να γίνει κακός σύμβουλος και υποστηρικτής σου.
Αυτό δυστυχώς συμ-βαίνει και με τις αλήθειες του Ευαγγελίου.
Η πραμάτεια του Λόγου του Θεού είναι μία, μα ο καθένας αυτόκλητος ερμηνευτής μπορεί να αλλοιώσει τις αλήθειες Του.
Άλλωστε τα ίδια τα λόγια του Χριστού προσπαθούσαν να διαστρέψουν οι σύγχρονοί Του Φαρισαίοι.
Τελικά, ο καθένας θα βρει αυτό που λαχταρά η καρδιά του.
Κι αυτός που θέλει να βολευτεί σε μια μοιρασμένη ζωή ανάμεσα στο Χριστό και στον κόσμο, θα βρει συνοδοιπόρους.
Αλλά και όποιος ποθεί γνήσια το θέλημα του Θεού, θα βρει πιστούς του Χριστού ομόψυχους.
Σ' ένα χωριό της Ιρλανδίας, που έχει πολλούς βοσκούς, διηγούνται την εξής εμπειρία:
Μας συμβαίνει συχνά, όταν βγάζουμε τα πρόβατα για να βοσκήσουν σ' ένα λιβάδι, να βλέπουμε ότι έχει λίγα χόρτα και πολλές πέτρες.
Σηκώνουμε ένα γύρο τα μάτια μας και βλέπουμε το απέναντι λιβάδι να είναι καταπράσινο.
Παίρνουμε τότε τα πρόβατα και πάμε εκεί.
Αλλά μόλις φτάσουμε, διαπιστώνουμε ότι και εδώ τα χόρτα είναι λίγα και οι πέτρες πολλές.
Σηκώνοντας ξανά τα μάτια μας, βλέπουμε το λιβάδι που μόλις αφήσαμε να μοιάζει πλούσιο και καταπράσινο από το χορτάρι!
Η εντύπωση που μας αφήνει το άλλο, το ξένο, το μακρινό, είναι πάντα ψευδής. Νομίζουμε πως εκεί υπάρχει πλούτος, άνεση, ευρυχωρία.
Οι άλλοι έχουν τα καλά κι εμείς τα άσχημα. Οι άλλοι περνούν εύκολα κι εμείς δύσκολα. Οι άλλοι τα έχουν όλα κι εμείς στερούμαστε.
Κι όμως, το θέλημα του Θεού στη ζωή μας είναι "το αγαθό και ευάρεστο και τέλειο".Αν το αγαπήσουμε, θα είμαστε ευτυχισμένοι μ' αυτά που έχουμε, μ' αυτό που είμαστε.
Θα μπορούμε να χαιρόμαστε την οικογένειά μας, το σύντροφό μας, τα παιδάκια μας, τη δουλίτσα μας.
Και δεν θα γκρινιάζουμε για τις "πέτρες" που βρίσκονται μπροστά μας, για τις όποιες δυσκολίες κι αντιξοότητες.
Αλλά μέσα από αυτές θα προοδεύουμε στην πίστη και θα αυξανόμαστε σε δύναμη, ώστε όλα να τα υπερνικούμε και να είμαστε χαρούμενοι εν Κυρίω!
Εξεύρω τα έργα σου, ότι το όνομα έχεις ότι ζης, και
είσαι νεκρός.
Αποκάλυψη Ιωάννου γ' 1
Ο μπαμπάς εξηγούσε στη μικρή του κόρη πώς είναι, πώς πρέπει να είναι ο Χριστιανός.
Όταν το μάθημα τελείωσε, ένα μεγάλο πλήγμα περίμενε τον πατέρα: «Μπαμπά», ρώτησε το κοριτσάκι, «εγώ έχω δει ποτέ Χριστιανό;»
Τι ωφελεί να μιλάμε για το Χριστό, όταν η ζωή μας δεν έχει καμιά σχέση μαζί Του;
Τι νόημα έχει να λεγόμαστε Χριστιανοί, αν η συμπεριφορά μας μυρίζει σάρκα και εγωισμό;
Πώς μπορούμε να εφησυχάζουμε τη συνείδηση μας πως είμαστε του Χριστού, όταν δεν υπάρχει στο χαρακτήρα μας γλυκύτητα, πραότητα, υποχωρητικότητα;
Πώς ισχυριζόμαστε ότι είμαστε παιδιά του σοφού Θεού, όταν ανοίγουμε ασύνετα το στόμα μας και ξεχνάμε να το κλείσουμε, σκορπώντας γύρω θύματα με τα λόγια μας-χειροβομβίδες;
Χριστιανούς δεν μας κάνει ούτε το θρήσκευμα στην ταυτότητα ούτε η εκκλησία στην οποία πηγαίνουμε, ίσως ανελλιπώς.
Είναι τραγικό να ακούσει κανείς από το στόμα του Κυρίου εκείνη την ημέρα, μπροστά στο 6ήμα Του,«το όνομα έχεις ότι ζεις, και είσαι νεκρός».
Νεκρή πίστη, νεκρή θρησκεία, νεκρή καρδιά.
Αν ο Χριστός δεν φαίνεται στο παρουσιαστικό μας, στη συμπεριφορά μας, στις εκδηλώσεις μας, τότε δεν υπάρχει ούτε στην καρδιά μας.
Κι όμως, ο Λόγος του Θεού δεν μας προσφέρει ανέφικτες, εξωπραγματικές εικόνες.
Το παιδί του Θεού είναι μια πραγματικότητα, ζωντανή και θαυμαστή, και σήμερα, στη σύγχρονη εποχή μας, στην καινούρια χιλιετία.
Και μπορείς να γίνεις κι εσύ, αν το θέλεις, αν παραχωρήσεις στο Χριστό όλα τα δικαιώματα της καρδιάς σου και της ζωής σου.
«Μία κοπέλα πήγε ένα βράδυ λυπημένη στη μητέρα της. Της μίλησε για τη ζωή της και τα προβλήματά της. Είχε κουραστεί να προσπαθεί ν’ αλλάξει τη ζωή της και να απογοητεύεται. Νόμιζε πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της, αφού την άκουσε, πήγε στην κουζίνα, γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία,άρχισε-να-βράζει.
Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα,
στο δεύτερο έβαλε αυγά
και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ.
Τα άφησε λίγο να βράσουν χωρίς να πει ούτε λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ’ το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπωλ και τα αυγά σ’ ένα άλλο. Μετά άδειασε τον καφέ σ’ ένα φλιτζάνι.
Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε:
- «τι βλέπεις;» -«Καρότα, αυγά και καφέ», της απάντησε η κόρη.
- «άγγιξε τα καρότα», της είπε η μητέρα. Η κοπέλα τα άγγιξε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά.
Μετά της ζήτησε να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό.
Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ’ την κόρη της να πιει μια γουλιά καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του και τη ρώτησε:
-«τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;»
Η μητέρα της της εξήγησε ότι το καθένα απ’ αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά.
Το καρότο μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό αλλά μαλάκωσε κι έγινε αδύναμο.
Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά αφού μπήκε στο βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε.
Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους στoβραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
-«Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε την κόρη της. «Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου;
Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες «υγρό» πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα;
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, αυτός απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του... Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα είναι άσχημα, εσύ αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου! …ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο! …βγάζεις το άρωμά σου!
Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;
Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινη και αρκετή ελπίδα για να σε κάνει ευτυχισμένη.
Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα. Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους.
Όταν γεννήθηκες έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν.
Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι αυτή που θα χαμογελά κι αν όλοι γύρω σου κλαίνε...
σας εύχομαι η ζωή σας να είναι σαν ένα μυρωδάτο φλιτζάνι καφέ
Εάν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν, διότι πράττων τούτο, θέλεις σωρεύσει άνθρακας πυρός επί την κεφαλήν αυτού.
Ρωμαίους ιβ΄ 20
Ένα καλάθι μήλα
Θα το ξέρετε βέβαια πως υπάρχουν σήμερα μαύροι, κόκκινοι και κίτρινοι χριστιανοί, που ντροπιάζουν τους λευκούς με την πίστη και την αφοσίωσή τους στον Χριστό. Ευτυχώς γι’ αυτούς, στον Ουρανό δεν θα μετράνε τα χρώματα, οι φυλές, η καταγωγή, η κοινωνική τάξη.
Μια πιστή μαύρη, καθώς περπατούσε ήσυχα σε μια γειτονιά της Νέας Υόρκης κρατώντας ένα καλάθι μήλα, άκουσε κάποιον να καγχάζει δυνατά δίπλα της. Γυρνώντας είδε ένα ναύτη, ένιωσε το βαρύ σπρώξιμό του, το καλάθι πετάχτηκε και τα μήλα κύλησαν με ορμή πάνω στην άσφαλτο. Εκείνος παρακολουθούσε χαιρέκακα τις αντιδράσεις της. Την είδε με έκπληξη να μαζεύει ήσυχα τα μήλα της, να τον κοιτάζει πονεμένα και να του λέει: «Ο Θεός να σε συγχωρήσει, όπως συγχώρησε κι εμένα, που δεν ήμουν καλύτερή σου. Κι εγώ σε συγχωρώ». Ο ναύτης, θαρρείς και το Πνεύμα του Θεού έθιξε την πιο λεπτή χορδή της καρδιάς του, κατέβασε ντροπιασμένος το κεφάλι. Εκείνος περίμενε να τον βρίσουν, να εισπράξει ένα μπουκέτο κατάρες και να φύγει το θύμα του τρικλίζοντας από σύγχυση. Αυτή τη φορά όλα έγιναν ανάποδα. Μετανιωμένος έβγαλε ένα νόμισμα και το ακούμπησε στο χέρι της μαύρης. «Σήμερα μου έμαθες πολλά. Ο Θεός να σ’ ευλογεί», της είπε κι έφυγε τρέχοντας.
Το πνεύμα της συγχώρησης, η πραότητα, η αγαθοσύνη, είναι πολύτιμα όπλα στα χέρια του χριστιανού. Συντρίβουν καρδιές και μαλακώνουν συνειδήσεις. Δείχνουν τον Ιησού Χριστό πάνω μας, πιο δυναμικά από οποιοδήποτε κήρυγμα.
Κύριέ μου, με το Πνεύμα το δικό Σου σκάλισε πάνω μου το χαρακτήρα του Ιησού Χριστού. Σύντριψε τον εγωισμό μου και κάνε με άνθρωπο ήσυχο, ταπεινό, γλυκομίλητο και ανεξίκακο, για να δοξάζεσαι Εσύ με την άγια συμπεριφορά μου.